Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

On Ophelia

"Κάποια μέρα θα βρω τις σωστές λέξεις και θα είναι απλές".

Και τις βρήκα. Και ήταν απλές.

Τι μπορώ να πω για σένα; Με τι να σε συγκρίνω; Νιώθω σαν να είναι η αρχή του Σοννέτου:
Shall I compare thee to a summer's day?
Thou art more lovely and more temperate:
Rough winds do shake the darling buds of May,
And summer's lease hath all too short a date...



Πέρσι, τέτοια εποχή, είχα βάλει έναν στόχο. 
Άργησα πάρα πολύ μέχρι να τον πετύχω. Το μεγαλύτερό μου εμπόδιο αποδείχθηκα εγώ. 
Στην αρχή εξέθεσα τον εαυτό μου σε μία ατέλειωτη μάζα πληροφοριών για σένα. Υπήρχες περισσότερο από ό, τι υπήρχα εγώ. Ήσουν ένας θρύλος στα μάτια μου, ένα τέρας που δεν θα μπορούσα να δαμάσω. Και ακόμα είσαι. Ωστόσο δεν παύεις να είσαι μύθος, λόγια σε ένα χαρτί. 


Που είναι η υπέροχη Κυρία της Δανίας

[...]

Πως θα γνωρίσω την αγάπη σου την άλλη

αυτήν που κρύβεται και δεν μιλεί

από το κοχύλι             το σανδάλι      από τη βέργα.            Από τι

Έχουν περάσει 5 μέρες από την τελευταία μας συνάντηση. Πέντε μέρες έχω να πω τα λόγια σου με το στόμα μου. 
Ψέμα. Τέσσερις. Την επομένη των εξετάσεων πανικοβλήθηκα, και είπα ξανά το κείμενό σου. Για να σιγουρευτώ πως δεν το ξέχασα. Έκανα κανονικά ζέσταμα. Τις ασκήσεις μου. Είπα το κείμενο ξανά. Αυτοσχεδίασα. Και ξανά το κείμενο. 



Τι; Όχι   Όχι.  Άκου

Επέθανε          χάθη Κυρία

Στον σκοτεινό τον κήπο σύρε

Το κεφάλι σου στο πράσινο χορτάρι γείρε

Στης γης τα δακρυσμένα βρύα

Α


Που είσαι; Μου λείπεις. Ξανάπιασα να διαβάσω τον Άμλετ, δεν άντεχα να αφήσω έτσι αυτή την ιστορία. Την ιστορία μας. Δικιά μας και κανενός άλλου. Αλλά και ολλωνών. 



Άκου

Σάβανο χιόνι από το βουνό

Άνθη έφερε το κύμα

Αλλά ήταν κλειστό το μνήμα

Ούτε χιόνι       ούτε άνθη στον νεκρό

Και το κύμα ένα βογγητό:

«Κρίμα. Κρίμα. Κρίμα»
 
Έβγαζα φωτογραφίες. Πρόσωπα. Αντικείμενα. Τοπία. Τώρα έχω σταματήσει, δεν θέλω άλλο. Όταν τις βλέπω, θυμάμαι, θυμάμαι πως υπήρξαν οι στιγμές. Και τώρα πια, που δεν βγάζω, πάλι φοβάμαι. Φοβάμαι μην ξεχάσω. Και ειδικά για σένα... είμαι τρομοκρατημένη, μήπως ξεχάσω τι ανακάλυψα, πως ένιωσα, τι είδα. 



Τίποτε. Ο Θεός να σ’ έχει καλά

Ήταν ένας φούρναρης κι είχε μια κόρη

Κι η κόρη του ξαφνικά έγινε κουκουβάγια

Ξέρουμε τι είμαστε. Όμως

όσο θα το ξέρουμε.    Ύστερα;

Ο Θεός να κάθεται στο τραπέζι σου
 
Φοβάμαι να ξεχάσω, οπότε γράφω. 

Είχα ανοίξει ένα μπλογκ πέρσι, που είχε μόνο ένα ποστ. Για εσένα. Και θα το κρατήσω προσωπικό. Κάποια πράγματα πρέπει να τα κρατάμε μόνο για εμάς. 



Παρακαλώ. Ούτε λέξη για αυτό. Αλλά

αν σας ρωτήσουν να πείτε

Αύριο του Αγίου Βαλεντίνου του έρωτα γιορτή

Νωρίς ν’ ανοίξεις το πρωί. Ο αγαπημένος σου θα ‘ρθεί

Θ’ ανοίξεις το παράθυρο. Θ ‘ανοίξεις τα πόδια και θα μπεί
 
Όποτε ξεχνάω, θα είσαι εκεί. This is my happy place. Someone's Ophelia.



Δεν τέλειωσε. Έχει κι άλλο-

Κανείς δεν ξέρει μα τον Θεό και μα την Εκκλησία

Είναι του άντρα ή της γυναίκας είναι η αμαρτία

Εκείνος σωπαίνει δεν μιλά κι αυτή μιλά και λέει

«θα μπεις στην κάμαρή μου αν θα με παντρευτείς»

Εκείνος καθόλου δεν μιλά κι αυτή μιλά και λέει

«Καλού κακού όχι από μπρος από πίσω να χωθείς»

Αυτός ποτέ δεν της μιλά κι αυτή μιλάει και κλαίει

«σε ποιον μιλώ ποιον προσκαλώ δεν είναι εδώ κανείς»



Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Μόνο πως δεν ξέρω αν αυτό είναι η αρχή, ή το τέλος, ή ό, τι άλλο θέλω να είσαι. Είσαι τα πάντα. Και η αρχή, και το τέλος, και η επαναφορά. 

Αλλά τι θα σε σηματοδοτήσει; 

Nobody said it was easy, no one ever said it would be so hard... oh, I'm going back to the start. η πρώτη μου σκέψη. Να πάω ξανά στην αρχή. Να γυρίσω τον χρόνο... όχι, να μείνω εδώ που είμαι και να επαναλάβω αυτή την εμπειρία. Αλλά ξέρω πως δεν μπορώ, όσο κι αν θέλω. Αν μπορούσα, ίσως και να το έκανα. 



Ελπίζω όλα ν ‘αλλάξουν. Πρέπει να κάνουμε υπομονή

Όμως με πιάνει ξαφνικά το κλάμα

όταν σκέφτομαι πως όλοι φύγαμε μετά και τον αφήσαμε

μονάχο εκεί να κρυώνει μέσα στο σκοτάδι

Άλλοι ας το πουν στον αδερφό μου             από άλλους να το μάθει.

Σας ευχαριστώ πολύ για τον καλό σας λόγο

Τώρα πρέπει να φύγω. Με περιμένουν. Παρακαλώ

την άμαξά μου. Καλυνύχτα Κυρίες

Καληνύχτα Γλυκειές Κυρίες

Καληνύχτα. Καληνύχτα
 
Ωστόσο, μικρή, αγνή Οφηλία, εσύ με τις τόσες εικόνες που δεν μπόρεσες να βάλεις σωστά σε λέξεις, εσύ, με τις άναρθρες κραυγές σου και τον κόσμο σου που ξαφνικά έγινε τεράστιος και μαύρος... πρέπει να σε κρατήσω όπως είσαι. Δεν ανησυχώ. We'll meet again, some sunny day. Κρατάω την αίσθησή σου, εσένα, φτιαγμένη απ'το νερό... και κρατώ και το τραγούδι που διάλεξα για σένα, πάντα σε αυτή την εκδοχή.



"This is my last song... this is for my dad."

Snow can wait
I forgot my mittens
Wipe my nose
Get my new boots on
I get a little warm in my heart
When I think of winter
I put my hand in my father's glove
I run off
Where the drifts get deeper
Sleeping beauty trips me with a frown
I hear a voice
"Your must learn to stand up for yourself
Cause I can't always be around"
He says
When you gonna make up your mind
When you gonna love you as much as I do
When you gonna make up your mind
Cause things are gonna change so fast
All the white horses are still in bed
I tell you that I'll always want you near
You say that things change my dear

Boys get discovered as winter melts
Flowers competing for the sun
Years go by and I'm here still waiting Withering where some snowman was
Mirror mirror where's the crystal palace
But I only can see myself
Skating around the truth who I am
But I know dad the ice is getting thin

When you gonna make up your mind
When you gonna love you as much as I do
When you gonna make up your mind
Cause things are gonna change so fast
All the white horses are still in bed
I tell you that I'll always want you near
You say that things change my dear

Hair is grey
And the fires are burning
So many dreams
On the shelf
You say I wanted you to be proud of me
I always wanted that myself

He says
When you gonna make up your mind
When you gonna love you as much as I do
When you gonna make up your mind
Cause things are gonna change so fast
All the white horses have gone ahead
I tell you that I'll always want you near
You say that things change
My dear 



Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Hamlet Machine

I was Hamlet. I stood on the coast and spoke with the surf BLABLA at my back the ruins of Europe. The bells sounded in the state funeral, murderer and widow a pair 
 I’M GOOD HAMLET GI’ME A CAUSE FOR GRIEF 
AH THE WHOLE GLOBE FOR A REAL SORROW 
RICHARD THE THIRD I THE PRINCEKILLING KING 
LIKE A HUNCHBACK I DRAG MY OVERBRAIN
OH MY PEOPLE WHAT HAVE I DONE UNTO THEE 
SOMETHING IS ROTTEN IN THIS AGE OF HOPE 
I want to stuff the corpse in the drainhole so the palace drowns in kingly shit. 
WASH THE MURDER FROM THY FACE MY PRINCE / AND
MAKE A CHEERFUL FACE FOR THE NEW DENMARK
now go, go to your wedding, whore, broad in the Danish sun shining on the living and the
dead.

I go onto the street,
clothed in my blood.






My drama is cancelled. Behind me the scenery is
being taken down. By people who are not interested in my drama, for people, to whom it
doesn’t matter. It doesn’t matter to me either. I’m not playing along anymore.

I go home and kill time, at one / with my undivided self. 
How do you spell FRIENDLINESS
Laughter of dead bellies
A kingdom
for a murderer

I don’t want to eat drink breathe love a woman a man a child an animal anymore. I don’t
want to die anymore. I don’t want to kill anymore. 
I break open my sealed-off flesh. I want to live in my veins, in the marrow of my bones,
in the labyrinth of my skull. I withdraw into my intestines. I take refuge in my shit, my
blood. Somewhere bodies are being broken, so that I can live in my shit. Somewhere
bodies are being carved open, so that I can be alone with my blood. My thoughts are
wounds in my brain. My brain is a wound. I want to be a machine. Arms to grasp legs to
walk no pain no thoughts. 

HAMLET THE DANE PRINCE AND FEAST FOR WORMS STUMBLING
FROM HOLE TO HOLE TO THE LAST HOLE, LUSTERLESS
IN THE BACK THE SPECTER WHICH MADE HIM
GREEN LIKE OPHELIA’S FLESH IN CHILDBED
AND SCARCE AFORE THE THIRD COCK’S CROW TORE
A FOOL THE CLOWN-COSTUME9
 OF THE PHILOSOPHER
THEN CRAWLED A WELLKEPT BLOODHOUND INTO THE TANK








Down with the joy of oppression. Long live hate, loathing, rebellion, death. 
When she walks through your bedroom with butcher’s knives, you’ll know the truth.
Exit men. Ophelia remains on the stage, motionless in the white packaging.



Υ.Γ.: Η αλήθεια εκπονείται, γεννάται, δεν μεταφέρεται δια στόματος. Ανακαλύπτεται.