Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

20.

...μεγαλώνω; τι μου συμβαίνει;
"her debut album is about sexual awakening and leaving childhood behind"

κι αν δε θέλω; γίνομαι κάτι παράταιρο, ένα ρούχο φορεμένο σε μικρότερο μέγεθος, μια παλιά κούκλα που έχει ξεπεράσει τα χρόνια της κι όμως, κοιμάσαι ακόμα μαζί της.


και οι στιγμές; έμαθα να ξεχνάω μια μέρα και πανικοβλήθηκα.

γερνάω; πρέπει να είμαι πιο υπεύθυνη; ξαφνικά νιώθω παιδί που δεν έπρεπε να γελάσει με εκείνο το αστείο.

τι κάνω; τι κάνω;


Ρούχα. Δεξιώσεις. Λεφτά. Φήμη. Ξενύχτια, κλαμπ, μπουζούκια. Κοσμική ζωή. Λεφτά. Επανάληψη. Δεξιώσεις. Λεφτά. Χλιδή. Κομμωτήριο. Λεφτά. Τακούνια.

τι κάνω;

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

On Ophelia

"Κάποια μέρα θα βρω τις σωστές λέξεις και θα είναι απλές".

Και τις βρήκα. Και ήταν απλές.

Τι μπορώ να πω για σένα; Με τι να σε συγκρίνω; Νιώθω σαν να είναι η αρχή του Σοννέτου:
Shall I compare thee to a summer's day?
Thou art more lovely and more temperate:
Rough winds do shake the darling buds of May,
And summer's lease hath all too short a date...



Πέρσι, τέτοια εποχή, είχα βάλει έναν στόχο. 
Άργησα πάρα πολύ μέχρι να τον πετύχω. Το μεγαλύτερό μου εμπόδιο αποδείχθηκα εγώ. 
Στην αρχή εξέθεσα τον εαυτό μου σε μία ατέλειωτη μάζα πληροφοριών για σένα. Υπήρχες περισσότερο από ό, τι υπήρχα εγώ. Ήσουν ένας θρύλος στα μάτια μου, ένα τέρας που δεν θα μπορούσα να δαμάσω. Και ακόμα είσαι. Ωστόσο δεν παύεις να είσαι μύθος, λόγια σε ένα χαρτί. 


Που είναι η υπέροχη Κυρία της Δανίας

[...]

Πως θα γνωρίσω την αγάπη σου την άλλη

αυτήν που κρύβεται και δεν μιλεί

από το κοχύλι             το σανδάλι      από τη βέργα.            Από τι

Έχουν περάσει 5 μέρες από την τελευταία μας συνάντηση. Πέντε μέρες έχω να πω τα λόγια σου με το στόμα μου. 
Ψέμα. Τέσσερις. Την επομένη των εξετάσεων πανικοβλήθηκα, και είπα ξανά το κείμενό σου. Για να σιγουρευτώ πως δεν το ξέχασα. Έκανα κανονικά ζέσταμα. Τις ασκήσεις μου. Είπα το κείμενο ξανά. Αυτοσχεδίασα. Και ξανά το κείμενο. 



Τι; Όχι   Όχι.  Άκου

Επέθανε          χάθη Κυρία

Στον σκοτεινό τον κήπο σύρε

Το κεφάλι σου στο πράσινο χορτάρι γείρε

Στης γης τα δακρυσμένα βρύα

Α


Που είσαι; Μου λείπεις. Ξανάπιασα να διαβάσω τον Άμλετ, δεν άντεχα να αφήσω έτσι αυτή την ιστορία. Την ιστορία μας. Δικιά μας και κανενός άλλου. Αλλά και ολλωνών. 



Άκου

Σάβανο χιόνι από το βουνό

Άνθη έφερε το κύμα

Αλλά ήταν κλειστό το μνήμα

Ούτε χιόνι       ούτε άνθη στον νεκρό

Και το κύμα ένα βογγητό:

«Κρίμα. Κρίμα. Κρίμα»
 
Έβγαζα φωτογραφίες. Πρόσωπα. Αντικείμενα. Τοπία. Τώρα έχω σταματήσει, δεν θέλω άλλο. Όταν τις βλέπω, θυμάμαι, θυμάμαι πως υπήρξαν οι στιγμές. Και τώρα πια, που δεν βγάζω, πάλι φοβάμαι. Φοβάμαι μην ξεχάσω. Και ειδικά για σένα... είμαι τρομοκρατημένη, μήπως ξεχάσω τι ανακάλυψα, πως ένιωσα, τι είδα. 



Τίποτε. Ο Θεός να σ’ έχει καλά

Ήταν ένας φούρναρης κι είχε μια κόρη

Κι η κόρη του ξαφνικά έγινε κουκουβάγια

Ξέρουμε τι είμαστε. Όμως

όσο θα το ξέρουμε.    Ύστερα;

Ο Θεός να κάθεται στο τραπέζι σου
 
Φοβάμαι να ξεχάσω, οπότε γράφω. 

Είχα ανοίξει ένα μπλογκ πέρσι, που είχε μόνο ένα ποστ. Για εσένα. Και θα το κρατήσω προσωπικό. Κάποια πράγματα πρέπει να τα κρατάμε μόνο για εμάς. 



Παρακαλώ. Ούτε λέξη για αυτό. Αλλά

αν σας ρωτήσουν να πείτε

Αύριο του Αγίου Βαλεντίνου του έρωτα γιορτή

Νωρίς ν’ ανοίξεις το πρωί. Ο αγαπημένος σου θα ‘ρθεί

Θ’ ανοίξεις το παράθυρο. Θ ‘ανοίξεις τα πόδια και θα μπεί
 
Όποτε ξεχνάω, θα είσαι εκεί. This is my happy place. Someone's Ophelia.



Δεν τέλειωσε. Έχει κι άλλο-

Κανείς δεν ξέρει μα τον Θεό και μα την Εκκλησία

Είναι του άντρα ή της γυναίκας είναι η αμαρτία

Εκείνος σωπαίνει δεν μιλά κι αυτή μιλά και λέει

«θα μπεις στην κάμαρή μου αν θα με παντρευτείς»

Εκείνος καθόλου δεν μιλά κι αυτή μιλά και λέει

«Καλού κακού όχι από μπρος από πίσω να χωθείς»

Αυτός ποτέ δεν της μιλά κι αυτή μιλάει και κλαίει

«σε ποιον μιλώ ποιον προσκαλώ δεν είναι εδώ κανείς»



Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Μόνο πως δεν ξέρω αν αυτό είναι η αρχή, ή το τέλος, ή ό, τι άλλο θέλω να είσαι. Είσαι τα πάντα. Και η αρχή, και το τέλος, και η επαναφορά. 

Αλλά τι θα σε σηματοδοτήσει; 

Nobody said it was easy, no one ever said it would be so hard... oh, I'm going back to the start. η πρώτη μου σκέψη. Να πάω ξανά στην αρχή. Να γυρίσω τον χρόνο... όχι, να μείνω εδώ που είμαι και να επαναλάβω αυτή την εμπειρία. Αλλά ξέρω πως δεν μπορώ, όσο κι αν θέλω. Αν μπορούσα, ίσως και να το έκανα. 



Ελπίζω όλα ν ‘αλλάξουν. Πρέπει να κάνουμε υπομονή

Όμως με πιάνει ξαφνικά το κλάμα

όταν σκέφτομαι πως όλοι φύγαμε μετά και τον αφήσαμε

μονάχο εκεί να κρυώνει μέσα στο σκοτάδι

Άλλοι ας το πουν στον αδερφό μου             από άλλους να το μάθει.

Σας ευχαριστώ πολύ για τον καλό σας λόγο

Τώρα πρέπει να φύγω. Με περιμένουν. Παρακαλώ

την άμαξά μου. Καλυνύχτα Κυρίες

Καληνύχτα Γλυκειές Κυρίες

Καληνύχτα. Καληνύχτα
 
Ωστόσο, μικρή, αγνή Οφηλία, εσύ με τις τόσες εικόνες που δεν μπόρεσες να βάλεις σωστά σε λέξεις, εσύ, με τις άναρθρες κραυγές σου και τον κόσμο σου που ξαφνικά έγινε τεράστιος και μαύρος... πρέπει να σε κρατήσω όπως είσαι. Δεν ανησυχώ. We'll meet again, some sunny day. Κρατάω την αίσθησή σου, εσένα, φτιαγμένη απ'το νερό... και κρατώ και το τραγούδι που διάλεξα για σένα, πάντα σε αυτή την εκδοχή.



"This is my last song... this is for my dad."

Snow can wait
I forgot my mittens
Wipe my nose
Get my new boots on
I get a little warm in my heart
When I think of winter
I put my hand in my father's glove
I run off
Where the drifts get deeper
Sleeping beauty trips me with a frown
I hear a voice
"Your must learn to stand up for yourself
Cause I can't always be around"
He says
When you gonna make up your mind
When you gonna love you as much as I do
When you gonna make up your mind
Cause things are gonna change so fast
All the white horses are still in bed
I tell you that I'll always want you near
You say that things change my dear

Boys get discovered as winter melts
Flowers competing for the sun
Years go by and I'm here still waiting Withering where some snowman was
Mirror mirror where's the crystal palace
But I only can see myself
Skating around the truth who I am
But I know dad the ice is getting thin

When you gonna make up your mind
When you gonna love you as much as I do
When you gonna make up your mind
Cause things are gonna change so fast
All the white horses are still in bed
I tell you that I'll always want you near
You say that things change my dear

Hair is grey
And the fires are burning
So many dreams
On the shelf
You say I wanted you to be proud of me
I always wanted that myself

He says
When you gonna make up your mind
When you gonna love you as much as I do
When you gonna make up your mind
Cause things are gonna change so fast
All the white horses have gone ahead
I tell you that I'll always want you near
You say that things change
My dear 



Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Hamlet Machine

I was Hamlet. I stood on the coast and spoke with the surf BLABLA at my back the ruins of Europe. The bells sounded in the state funeral, murderer and widow a pair 
 I’M GOOD HAMLET GI’ME A CAUSE FOR GRIEF 
AH THE WHOLE GLOBE FOR A REAL SORROW 
RICHARD THE THIRD I THE PRINCEKILLING KING 
LIKE A HUNCHBACK I DRAG MY OVERBRAIN
OH MY PEOPLE WHAT HAVE I DONE UNTO THEE 
SOMETHING IS ROTTEN IN THIS AGE OF HOPE 
I want to stuff the corpse in the drainhole so the palace drowns in kingly shit. 
WASH THE MURDER FROM THY FACE MY PRINCE / AND
MAKE A CHEERFUL FACE FOR THE NEW DENMARK
now go, go to your wedding, whore, broad in the Danish sun shining on the living and the
dead.

I go onto the street,
clothed in my blood.






My drama is cancelled. Behind me the scenery is
being taken down. By people who are not interested in my drama, for people, to whom it
doesn’t matter. It doesn’t matter to me either. I’m not playing along anymore.

I go home and kill time, at one / with my undivided self. 
How do you spell FRIENDLINESS
Laughter of dead bellies
A kingdom
for a murderer

I don’t want to eat drink breathe love a woman a man a child an animal anymore. I don’t
want to die anymore. I don’t want to kill anymore. 
I break open my sealed-off flesh. I want to live in my veins, in the marrow of my bones,
in the labyrinth of my skull. I withdraw into my intestines. I take refuge in my shit, my
blood. Somewhere bodies are being broken, so that I can live in my shit. Somewhere
bodies are being carved open, so that I can be alone with my blood. My thoughts are
wounds in my brain. My brain is a wound. I want to be a machine. Arms to grasp legs to
walk no pain no thoughts. 

HAMLET THE DANE PRINCE AND FEAST FOR WORMS STUMBLING
FROM HOLE TO HOLE TO THE LAST HOLE, LUSTERLESS
IN THE BACK THE SPECTER WHICH MADE HIM
GREEN LIKE OPHELIA’S FLESH IN CHILDBED
AND SCARCE AFORE THE THIRD COCK’S CROW TORE
A FOOL THE CLOWN-COSTUME9
 OF THE PHILOSOPHER
THEN CRAWLED A WELLKEPT BLOODHOUND INTO THE TANK








Down with the joy of oppression. Long live hate, loathing, rebellion, death. 
When she walks through your bedroom with butcher’s knives, you’ll know the truth.
Exit men. Ophelia remains on the stage, motionless in the white packaging.



Υ.Γ.: Η αλήθεια εκπονείται, γεννάται, δεν μεταφέρεται δια στόματος. Ανακαλύπτεται. 

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Of Circumstance.

I remember you telling me how no one is beyond saving, I recall laughing with your optimism, your idealism, the better life, the goodness in me. I was a cynic back then, hardly able to value the beauty of a simple, small act of goodwill to its full extent. Things were so easy back then. Three years later I am double than what I was and I apreciate far too many things to their full extent for my sake. And now I recall myself saying that no one is beyond salvation, or unworthy, or evil, but then I find myself so wanton... and vain. And in those moments, I keep telling myself that we must not choose self-absorption over solidarity and fellowship, that even if we are born and die alone, life is what matters, the inbetween, the action, the moments that infinity alone characterises them and infinity will be their fate. 

 But in the end, after every self-forced act of mutuality and goodwill (so that no one ever even glimpse upon the wretchedness of what is "I"), or the failed attempts we make to communicate, it is oneself that makes all the important decisions in one's life. It is alone that an individual must carry out the most difficult of challenges in one's life, and alone to live with the consequences of one's choices and actions. And that we must bear that is extremely difficult and heavy, heavier than our ego, our wantoness or our vanity. And in the end, it makes no matter. It is a circle, and you are forced by circumstance to experience it. You might as well apreciate it, to its full extent.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

On the concept of death.

Δεν έχω χάσει ποτέ κανέναν από θάνατο. Not anyone that I remember of, at least. Έχω χάσει κόσμο από κακό timing, χωρισμούς, διαφορετικά μονοπάτια, διαζύγιο γονέων, μετακομίσεις, αλλά ποτέ από θάνατο. Την μία προγιαγιά που γνώρισα, την θυμάμαι από ελάχιστα εως καθόλου. Δεν θυμάμαι πώς την ένιωθα σαν παρουσία, σαν πρόσωπο. Ήμουν τόσο μικρή που όταν πήγαμε να επισκεφτούμε τον τάφο της (δεν ήμουν αρκετά μεγάλη για να πάω στην κηδεία) εγώ πραγματικά δεν μπορούσα να αντιληφθώ το όλο κόνσεπτ του θανάτου. Απλά μου φάνηκε πως αν την ξέσκαβα από εκεί θα την έβλεπα. Δεν μου έλειπε, απλά μου είχε φανεί λάθος το να θάβουμε τους ανθρώπους κάτω από τη γη σε κουτιά. Ήθελα να δω σε τι κατάσταση ήταν. Άρχισα να σκάβω λοιπόν. Δεν λέρωσα το φόρεμά μου, δεν θα ήθελα να με μαλώσει η μητέρα μου. Μόνο τα χέρια μου και τα γόνατά μου. Οι γονείς μου δεν με σταμάτησαν όταν τους είπα πως την ξεσκάβω. Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί. Μάλλον θα περίμεναν να μην φτάσω ούτε στο ένα τέταρτο.Ούτε θυμάμαι όταν φύγαμε αν έβαλαν πίσω το χώμα που έβγαλα. Στάνταρ όμως είχα φτάσει το μισό μέτρο. Τέλος πάντων, πραγματικά δεν μπορώ να θυμηθώ τις ακριβείς μου αντιδράσεις, τα γιατί μου, τα τι και πως. Απλά υπέθεσα πως μόλις βρεθείς κάτω από το χώμα, δεν ξανανεβαίνεις. Λες και η κατάσταση της ταφής ήταν αυτή που έκανε τον θάνατο... τελεσίδικο. Λες και ήταν κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει αν δεν ήταν θαμμένη. Φταίγανε οι ταινίες μάλλον, πρέπει να με είχαν κάνει να νομίζω πως αν δεν ήταν κάποιος θαμμένος, μπορούσες να το αλλάξεις αυτό. Αφελές, αλλά ποτέ δεν είχα βιώσει οποιαδήποτε έστω απεικόνιση θανάτου, πριν από αυτό. Ένας πίνακας απλά σου δείχνει την ακινησία, το τελεσίδικο που δεν μπορείς να αντιληφθείς μέχρι να το βιώσεις.

 Δεν έκλαψα, δεν ένιωσα άσχημα. Το ίδιο μου συμβαίνει και τώρα. Δεν το έχω πει σε κανέναν, ίσως δεν βρήκα την ανάγκη να το πω, ίσως δεν βρήκα το σωστό άτομο, ίσως πράγματι να μην έχω άτομα γύρω μου, αλλά ο παππούς μου μέσα σε διάστημα έξι μηνών πέρασε ένα εγκεφαλικό και δύο καρδιακά. Ο δικός μου ο παππούς, που κάθε χρόνο φτιάχνει το δικό του τσίπουρο, μαζεύει τις δικές του ελιές και ολωνών μας, φτιάχνει το δικό του λάδι, το δικό του τουρσί, το δικό του κρασί, τις δικές του ντομάτες, αγγούρια, κολοκυθάκια, κολοκύθες, σπανάκι και τόσα άλλα. Που κάθε χρόνο μαζεύει τα χόρτα για να τα κάψει, που κάθε Πάσχα ψήνει το αρνί στη σούβλα και που κάθε Πρωτοχρονιά φτιάχνει με την γιαγιά μου τρεις κρεατόπιτες μεγαλύτερες σε μέγεθος από το 14μηνο δισέγγονό του. Ο δικός μου ο παππούς, που έπαθε το δεύτερο καρδιακό του χωρίς να το αντιληφθεί πως ήταν η καρδιά του, ενώ μάζευε ελιές. Ο παππούς μου, που πάνω από όλα σιχαίνεται την απραξία. Εργολάβος, τεχνίτης πάσης φύσεως, αγρότης και οικογενειάρχης, από τους μεγαλύτερους, σημαντικότερους και πιο αγαπητούς ανθρώπους της κοινότητας του χωριού μας. Και να τον φάει η καρδιά του ή το κεφάλι του. Που και τα δύο τα έχει μεγάλα. Πήγα και τον είδα 4 μήνες πριν όταν έπαθε το καρδιακό του, στην εντατική. Μιζέρια. Ναι, δεν μιλάει πολύ ο παππούς μου γενικώς, αλλά ήξερα πως αυτό ήταν διαφορετικό. Ήταν η απραξία που τον μιζέριαζε. Δεν μπορούσε να σηκώσει τα χέρια του, να τα φέρει πίσω από το κεφάλι του και να μην το καταγράψει το μηχάνημα. Την πρώτη μέρα τον βρήκαν να περπατάει χωρίς τα μηχανήματά του, μόνο με τον ορό, χωρίς άδεια και τον ξαναβάλαν στην θέση του.
Ο ένας την καρδιά του, ο άλλος το έντερό του, η άλλη με την ηπατίτιδα στο στομάχι που την έπιασε από μολυσμένο εργαλείο εγχείρησης. Με πιάνω να θυμώνω μερικές φορές αλλά ξέροντας πως δεν γίνεται τίποτα, μου περνάει.

Δεν ξέρω που με οδηγεί αυτή η ανάρτηση. Αλλού πίστευα πως θα καταλήξω, και πάλι αλλού κατέληξα. Αυτός ο αιώνας είναι πολύ περίπλοκος για μένα. Δεν θα έπρεπε να μας βάζουν να γαμιόμαστε για τέτοια θέματα.
Ένα δάσος... ναι, ένα δάσος είναι καλύτερο. Έτσι κι αλλιώς πάλι εκεί βρέθηκα.




Stopping By Woods on a Snowy Evening
Whose woods these are I think I know.
His house is in the village though;
He will not see me stopping here
To watch his woods fill up with snow.


My little horse must think it queer

To stop without a farmhouse near

Between the woods and frozen lake

The darkest evening of the year.



He gives his harness bells a shake

To ask if there is some mistake.

The only other sound's the sweep

Of easy wind and downy flake.



The woods are lovely, dark and deep.

But I have promises to keep,

And miles to go before I sleep,

And miles to go before I sleep.

Robert Frost
New Hampshire
1923








Make my heart a better place.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

It's not Christmas, but there's still lights.

...θυμάμαι ένα editorial του Τσιτσόπουλου στο SOUL.
Τι πληθυσμό έχει άραγε η Θεσσαλονίκη τα Σαββατοκύριακα; Στην εθνική. Στο τρίο ΙΚΕΑ-COSMOS-HONDOS. Πόσοι Βούλγαροι κατεβαίνουν με τις βουλγάρικες πινακίδες στα μαύρα SUV τους και ψωνίζουν; Στο φαγάδικο του Ικέα που ήμουν σήμερα;
Κεφτεδάκια με σάλτσα και πατάτες. Και μετά γλυκό και καφές, όπως και την προηγούμενη εβδομάδα, με το κουπόνι έκπτωσης.
Έτσι ζούμε. Από κουπόνι σε κουπόνι, από μείωση σε μείωση, από άγχος σε άγχος. Μειώνεις. Το ποτό που θα πιεις, την ώρα που θα κάτσεις έξω, το ταξί, το σεξ, το φλερτ, το βιβλίο, το σινεμά. Τα πάντα. Amputations. Limb from limb. Συνεχίζω να αναρωτιέμαι αν θα επιστρέψουμε σε κάποια προϊστορική εποχή που ο άνθρωπος ήταν κάτι λιγότερο από σκουλίκι, όπως στης ασκήσεις έρψης στην σχολή. Αυχένας, μέση, σπονδυλική στύλη.
Κοιτάω την αντανάκλαση. It feels right, τα φώτα. Όχι Χριστούγεννα, ευτυχώς όχι Χριστούγεννα. Αλλά τα φώτα είναι σωστά. Και απέναντι στο Benigan's βάζω στοίχημα ακόμα καλύτερα θα ταν. Πρέπει να πάω οπωσδήποτε. Από δω και πέρα μία φορά το μήνα μόνη μου, να πίνω ένα ποτάκι. Μου λειψε το μέρος. Τα SUVs με τις βουλγάρικες πινακίδες και τους ξένους, τους ξένους και την ευγένειά τους. Και τα αραιωμένα ποτά, και τις μεγάλες σακούλες και τον σκατοφωτισμό. Και την ανοιχτωσιά, και τους δρόμους. Και την μουσική, πάνω από όλα την μουσική. Και τον ουρανό, και την μυρωδιά των πλυμμένων ρούχων πάνω μου μαζί με τον καθαρό ιδρώτα.

Και το σπίτι μου, διάολε, το σπίτι μου. Το ρέμα είναι το τέλος του κόσμου. Αλλά για μένα είναι το πιο όμορφο τέλος του κόσμου. Και αυτό γεμάτο δρόμους και ανοιχτωσιά. Κι ας είναι θάνατος να χάνω μιάμιση ώρα από την μέρα μου για να κατέβω σχολή, το σπίτι μου είναι το πιο ωραίο τέλος του κόσμου, ο πιο ωραίος γκρεμός. Εκεί οι νύχτες είναι σπάνιες, ονειρεμένες, σαν digital art στο deviantart με υπόκρουση Nights in White Satin του Φραγκούλη ή Dead Can Dance. Ή μπλουζ. Ή ροκ, ή οτιδήποτε. Εδώ υπάρχει μια μυστική πηγή με φαντασία.

Απουσία δομής. Χάος.



We farm out together at the summer. Επιβιώνουμε. Τον χειμώνα ανθίζω και το καλοκαίρι αλλάζω δέρμα. Και περιμένω.
...για αλλού ξεκίνησα, αλλού με έβγαλε το σπίτι μου.
Oh well.






Παρένθεση: Στην προηγούμενη ανάρτησή μου πρόσθεσα ένα γαμιστερό βίντεο. Έτσι για να ξέρετε. Κλίκ, καριόλες, erofili synopsis